βοσκάς

βοσκ-άς, άδος, ,
A feeding, f.d,

νηδύς Id.Th.782

;

ὀρταλίς Id.Al.293

.
2 of birds which feed themselves, not artificially fed, Aët.9.30 (cf. βοσκός).
II as Subst., kind of duck, perh. teal, Anas crecca, Arist. HA593b17, Alex.Mynd. ap. Ath.9.395d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βοσκάς — βοσκάς, η (Α) [βόσκω] 1. αυτή που βόσκει, που τρέφεται 2. ως ουσ. είδος μικρής πάπιας, αγριόπαπια …   Dictionary of Greek

  • βοσκάς — feeding fem nom sg βοσκά̱ς , βοσκή fodder fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκάδα — βοσκάς feeding fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκάδας — βοσκάς feeding fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκάδες — βοσκάς feeding fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκάδος — βοσκάς feeding fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκάδων — βοσκάς feeding fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασκάς — ( άδος) και βοσκάς και φασκάς, η (Α) είδος πάπιας. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βασκάς (ή ᾶς) ανήκει στις λέξεις που δηλώνουν ονόματα πουλιών με επίθημα ᾶς (πρβλ. ἀτταγᾶς, ἐλεᾶς κ.ά.). Υπάρχουν οι παράλληλοι τ. βοσκάς και φασκάς, τους οποίους μαρτυρεί ο Ησύχ. Ο …   Dictionary of Greek

  • αγριόπαπια — Είδος χηνομόρφων πτηνών της οικογένειας των ανατιδών. Την ίδια ονομασία έχουν και άλλα συγγενικά είδη που ανήκουν κυρίως στο ίδιο γένος (νήσσα). Το σώμα τους έχει μήκος γύρω στα 0,5 μ. Το βάρος τους είναι περίπου 1 1,5 κιλό. Χαρακτηρίζονται από… …   Dictionary of Greek

  • βοσκάδιος — βοσκάδιος, α, ον (Α) [βοσκάς] καλοθρεμμένος, παχύς …   Dictionary of Greek

  • βόσκω — (AM βόσκω) Ι. 1. οδηγώ ζώα στη βοσκή και τα επιτηρώ 2. (για ζώα) τρώω χορτάρι, τρέφομαι 3. (γενικά) τρώω, τρέφομαι 4. διατρέφω, συντηρώ νεοελλ. 1. περιφέρομαι άσκοπα («πού βόσκεις;») 2. αφαιρούμαι, χαζεύω («πού βόσκει ο νους σου;») ΙΙ. βόσκομαι… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.